"Το σπίτι του Κάιν" Σύντομα κοντά σας από τις εκδόσεις Λιβάνη.

«Που βρισκόμαστε;» ρώτησε πρώτη η Εβελίνα ανοίγοντας αργά τα μάτια της, προσπαθώντας να συνέλθει από την ζαλάδα που ένιωθε, μ’ έναν αφόρητο πόνο να της σφυροκοπά το κεφάλι ανελέητα σαν το τύμπανο που έδινε ρυθμό κάποιες άλλες εποχές στους δούλους στις γαλέρες.Αιωρούνταν στον αέρα με τα χέρια δεμένα πάνω σε χοντρές αλυσίδες με κάτι τεράστιους κρίκους που ήταν λίγο μικρότεροι από μια ανθρώπινη παλάμη και οι οποίοι κρεμόντουσαν από ένα σιδερένιο δοκάρι όχι πολύ ψηλά από το έδαφος, αλλά αρκετά ώστε να μην μπορεί να πατήσει κάτω.«Στην πρώτη συνάντηση με τους άλλους συναδέλφους μας τους αιφνιδίασες. Δεύτερο αιφνιδιασμό εμείς δεν θα επιτρέπαμε να υπάρξει!» άκουσε μια πολύ βαριά αντρική φωνή να της μιλάει, μα ακόμα τα έβλεπε όλα πολύ θολά και δεν μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα.«Πώς λατρεύετε εσείς οι άνθρωποι τις φαμφάρες και τις περιττές εισαγωγές…» του απάντησε με την σειρά της θέλοντας να του δείξει την περιφρόνησή της.Με το βλέμμα της να ξεθολώνει σιγά-σιγά και να καθαρίζει το οπτικό της πεδίο, άρχισε να διακρίνει αρκετές αντρικές φιγούρες απέναντί της. Κοιτώντας στα αριστερά της αντίκρισε τον Τζέικ να είναι λιπόθυμος ακόμα, μα και γεμάτος αίματα στο στήθος του.«Τι του κάνατε;» ούρλιαξε οργισμένη.«Ό,τι και σε σένα!» της απάντησε ο ίδιος άντρας δείχνοντας με το δάκτυλο του το στέρνο της.Σκύβοντας ελαφρά το κεφάλι πράγματι αντίκρισε και το δικό της σώμα να αιμορραγεί, αφήνοντας μικρές στάλες αίματος να πέφτουν στο βρώμικο χώμα που υπήρχε κάτω από τα πόδια τους. Σηκώνοντας το κεφάλι της απότομα ξανά προς το μέρος του άντρα, τα μάτια της πύρινα σαν την κόλαση κοίταζαν τους πάντες γύρω της θέλοντας να τους βυθίσει μονομιάς σε μια άβυσσο όπου ακόμα και οι χειρότεροι εφιάλτες τους θα φάνταζαν παιδικά όνειρα. Μα δεν το έκανε. Όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά επειδή ο Κάιν δεν ήθελε να πληγώσει άλλο το σώμα που τον φιλοξενούσε. Ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον να το διατηρήσει αλώβητο με κάθε δυνατό και ασφαλή τρόπο. Τόσο η ομορφιά όσο και η ακεραιότητα του σώματος της Εβελίνας, θα ήταν το προπύργιο της εμφάνισης ενός δικού του Μεσσία. Ποιος θα αποδεχόταν ως λυτρωτή έναν άνθρωπο γεμάτο πληγές και αναπηρία στα χέρια, ή στα πόδια που δεν μπορούσε να προστατέψει πρώτα απ’ όλα τον ίδιο του τον εαυτό; Κανείς! Μονάχα τον περίγελο και τον χλευασμό θα αντίκριζε. Και αυτό δεν θα το επέτρεπε.«Θα μας πεις πώς μπορούμε να βγάλουμε αυτά που φοράτε ή θα πρέπει να μας αναγκάσεις να σου προσφέρουμε, μετά χαράς φυσικά, αδιανόητο πόνο;» ρώτησε χαμογελώντας, δείχνοντας ότι πραγματικά απολάμβανε όχι μόνο αυτό που συνέβαινε τώρα, αλλά και αυτό που θα ακολουθούσε αν δεν υπάκουγε.Ήταν ξεκάθαρο ότι είχαν προσπαθήσει να αφαιρέσουν τα μενταγιόν από πάνω τους, αλλά δεν τα είχαν καταφέρει, γιατί αυτό που δεν ήξεραν ήταν ότι αν προσπαθούσε κάποιος άλλος εκτός από τους ίδιους να τα αφαιρέσει, αυτά γίνονταν ένα με το δέρμα τους. Για να τα αφαιρέσουν θα έπρεπε να πάρουν εκτός από τα κεφάλια τους και κομμάτι από το στήθος τους. Προτιμούσαν φυσικά σκέτα τα μενταγιόν χωρίς ανθρώπινα μέλη κολλημένα επάνω τους, αλλά ήταν αποφασισμένοι να τα πάρουν με οποιονδήποτε τρόπο αν δεν έβρισκαν μια άλλη πιο πρακτική και απλή λύση.«Εσύ μιλάς σε εμένα για πόνο; Ωωω! Ανόητε άνθρωπε! Πόσο χαμένος είσαι στην άγνοια σου… Έχω ταξιδέψει σε εκατομμύρια κολάσεις, έχοντας αντικρίσει πλάσματα που εσύ δεν διανοείσαι καν την ύπαρξη τους. Έχω χαρίσει πόνο και καταστροφή σε κόσμους που εσείς ακόμα και τώρα αμφισβητείτε την ύπαρξη τους! Και τολμάς να μου μιλάς για πόνο;»«Συ είπας!» άκουσε άξαφνα μια άλλη φωνή να της αποκρίνετε.Γυρνώντας το κεφάλι της προς το μέρος της φωνής αντίκρισε έναν άντρα που φορούσε ακριβά άμφια. Σε συνδυασμό με την χρυσή χοντρή αλυσίδα και έναν αντίστοιχο σταυρό που φορούσε στον λαιμό, κατάλαβε ότι δεν ήταν ένας απλός κληρικός.«Πώς ονομάζεις την ματαιοδοξία σου άνθρωπε;» τον ρώτησε έχοντας μια γεύση αΐδιας στο στόμα της.«Είμαι ο Αρχιεπίσκοπος και απαιτώ να με σέβεσαι ακάθαρτο πλάσμα. Είμαι ο λόγος που είστε ακόμα ζωντανοί.» της είπε με αυστηρό ύφος.«Γι’ αυτό κοίτα να τα έχεις καλά μαζί μου.» συνέχισε μαλακώνοντας όμως λίγο την φωνή του.«Φυσικά ξέχασες να αναφέρεις ότι είσαι και ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ …» ξεκίνησε να του λέει η Εβελίνα.«Αν ζούμε είναι γιατί θες να μάθεις τα μυστικά του μενταγιόν έτσι δεν είναι; Θες να το κρατήσεις για τον εαυτό σου! Μα φυσικά! Αυτό θες!» συμπλήρωσε η Εβελίνα ξεσπώντας σε γέλια, αντιλαμβανόμενη την υποκρισία του άντρα που είχε απέναντι της.«Δεν θα σου δώσω αναφορά τι θα το κάνω! Πες μας όμορφα και ωραία πώς μπορούμε να το πάρουμε. Αλλιώς ο αδελφός σου θα υποφέρει.» της φώναξε δείχνοντάς της τον Τζέικ που είχε αρχίσει να συνέρχεται.«Και με την ευλογία του Θεού να υποθέσω;» τον ρώτησε και αυτή την φορά το στόμα της έσταζε δηλητήριο από την ειρωνεία.«Φυσικά! Ο Θεός πάντα ευλογεί έναν πόλεμο εναντίον του κακού.» ούρλιαζε αφηνιασμένος ο Αρχιεπίσκοπος.«Έτος 1453. Τόπος Αγία Σοφία.» ξεκίνησε να του λέει η Εβελίνα κοιτώντας τον με βλοσυρό ύφος.«Οι δέκα κυριότερες εκκλησίες, καθώς και τα μοναστήρια με τις περιούσιες τους και τα εισοδήματά τους να παραμείνουν σε εσάς τους παπάδες, μια περιουσία που την έχετε μέχρι σήμερα… Ζητήσατε εγγύηση για την ζωή και τις περιούσιες των ατόμων που περιέχονταν σε έναν κατάλογο που έδωσαν οι προκάτοχοι σου. Όπου φυσικά όλοι ήταν δικοί σας άνθρωποι ξεπουλώντας ακόμα και φίλους ή συγγενείς. Και τέλος οι χριστιανοί παπάδες να μην αλλάξουν αμφίεση, να λατρεύουν τον “Θεό” τους και να καβαλάνε άλογο! Ναι άλογο!!!» κατέληξε να του λέει ξεσπώντας σε νέα γέλια.«Μα τι είναι αυτά που λέει;» ρώτησε ένας από τους μισθοφόρους κοιτώντας τον Αρχιεπίσκοπο, αλλά εκείνος δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, απλά έστεκε σιωπηλός.«Επίτρεψε μου να σου απαντήσω εγώ.» του αποκρίθηκε η Εβελίνα.«Η Πόλη δεν Εάλω. Απλά την παρέδωσαν! Αυτοί οι ίδιοι που τώρα και εσείς τους πουλάτε τις υπηρεσίες σας! Έτσι ξεπουλήθηκαν και αυτοί στους εχθρούς ζητώντας τους όλα αυτά που σας προανέφερα. Για πόσα αργύρια άραγε; Και για πόσα εσείς; Και αυτά με την ευλογία του θεού έγιναν;» τους ρώτησε βάζοντας σε εφαρμογή το σχέδιο της.Μιλώντας τους με συγκεκριμένη διάλεκτο και με χαρακτηρισμούς όπως «Πόλη», πίστευε ότι θα αφύπνιζε τις καρδιές των μισθοφόρων, έστω κάποιων από αυτούς, αγγίζοντας το πατριωτικό τους συναίσθημα, αφού οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πρώην στρατιώτες, πριν καταλήξουν μισθοφόροι για να μπορέσουν να ζήσουν, που θα πολεμούσαν για την πατρίδα τους με αγάπη και ζήλο αν υπήρχε ανάγκη.«Αυτά είναι περασμένα, κανείς δεν τα θυμάται, κανείς δεν ασχολείται!» της απάντησε αδιάφορα ο Αρχιεπίσκοπος θέλοντας να αλλάξει κουβέντα, αλλά παραδεχόμενος συγχρόνως και όσα είχαν ακουστεί από το στόμα της Εβελίνας.Οι υπόλοιποι έδειχναν να μην νοιάζονται για αυτά που άκουσαν. Όλοι εκτός από έναν. Αυτόν που είχε ρωτήσει τι σήμαιναν τα λόγια αυτά.«Εντάξει λοιπόν… Ας γυρίσουμε στο αίτημα σας. Αν θέλετε να βγουν αυτά τα μενταγιόν θα πρέπει να τους αφαιρέσω το ξόρκι που τα προστατεύει. Κατά συνέπεια θα πρέπει να με λύσετε.» τους απάντησε, ξέροντας ότι το αίτημά της δεν θα γινόταν δεχτό.«Δεν σε είχα για τόσο ανόητη, ανόητο, ή όποιος είσαι τέλος πάντων. Τα χέρια σου μόνο κομμένα θα αφήσουν αυτές τις αλυσίδες.» της απάντησε ο Αρχιεπίσκοπος δείχνοντάς της ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ρισκάρει να την λύσει αρχίζοντας να κάνει ξόρκια επάνω τους.«Αρκετά χάσαμε χρόνο όμως… Ήρθε η ώρα να δεις ότι δεν παίζουμε.» και με τα λόγια αυτά έκανε μερικά βήματα πίσω κάνοντας νόημα στους στρατιώτες να πράξουν αυτό που είχαν πληρωθεί να κάνουν.Χαμηλώνοντας τα δεσμά του Τζέικ, τον κατέβασαν έτσι ώστε να ακουμπά κανονικά τα πόδια στο έδαφος, αλλά πάντα κρεμάμενος από την αλυσίδα. Ύστερα ο ένας από αυτούς πήρε ένα μαστίγιο και άρχισε να χτυπά με δύναμη την πλάτη του αδελφού της που αμέσως άρχισε να σφαδάζει από τους πόνους.«Σταματήστε! Δεν φταίει σε τίποτα εκείνος!» ούρλιαζε η Εβελίνα και μόνο εκείνη. Γιατί η αγάπη της για εκείνον, κατάφερε να υπερισχύσει έστω και για μια στιγμή από τα ψυχικά δεσμά του Κάιν.«Θα μας πεις;» άκουσε να την ρωτάνε ξανά;Μα δεν έλαβαν καμία απάντηση.Βλέποντας ότι το μαστίγωμα δεν είχε φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, σταμάτησαν και παίρνοντας έναν κουβά γεμάτο με αλάτι και βενζίνη τον άδειασαν στην γεμάτη από βαθιές πληγές πλάτη του. Με τα ουρλιαχτά του να αντηχούν σε όλον τον χώρο, ο Τζέικ στο τέλος έχασε τις αισθήσεις του μην μπορώντας το σώμα του να αντέξει άλλο τόσο πόνο.«Συνεφέρτε τον! Δεν τελειώσαμε ακόμα! Τίποτα δεν θα σταματήσει αν εσύ δεν μιλήσεις!» φώναξε ο Αρχιεπίσκοπος δείχνοντας το πραγματικό του πρόσωπο.«Αυτός είναι ο Θεός σας; Αυτόν υπηρετείτε;» φώναζε με λύσσα η Εβελίνα στους στρατιώτες.«Θεωρείς ότι θα κάναμε αυτή την δουλειά αν πιστεύαμε σε οποιοδήποτε Θεό; Εδώ κορίτσι μου είμαστε μόνο εσείς και εμείς.» της απάντησε ο αρχηγός της ομάδας των μισθοφόρων.Ήταν ο ίδιος που της μιλούσε όταν είχε ανοίξει τα μάτια της.«Θεός μας είναι μονάχα το χρήμα. Όλα τα άλλα είναι απλά δουλειά. Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό.» συνέχισε να της λέει την ώρα που μερικοί δικοί του έριχναν παγωμένο νερό στο πρόσωπο του Τζέικ.Μα δεν συμφωνούσαν όλοι με αυτό. Ο μισθοφόρος που είχε ακούσει για την προδοσία της εκκλησίας στον πόλεμο και έχοντας χάσει πολλούς προγόνους του στην άλωση της Κωνσταντινούπολης, δεν μπορούσε να το δεχτεί. Ναι, μπορεί να ήταν και για αυτόν απλά μια δουλειά και ναι, είχε σκοτώσει δεκάδες κόσμο. Όμως όλοι τους ήταν επίσης ένοπλοι. Μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Ή έστω καθάρματα που τους άξιζε να πεθάνουν.Έχοντας τα πύρινα μάτια της κοπέλας καρφωμένα ακόμα στην σκέψη του, μονάχα μια ιδέα του ερχόταν στο μυαλό. Να την αφήσει να εκδικηθεί για όλους αυτούς που βρήκαν άδικο θάνατο στον πόλεμο τότε. Για τους προγόνους που ακόμα τους πνίγει το κρίμα της προδοσίας μην αφήνοντάς τους να αναπαυθούν μια για πάντα. Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει, ήταν γιατί τόση ώρα η Εβελίνα δεν έκανε τίποτα αφού είχε τόση δύναμη. Ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι είχε δεμένα τα χέρια της, σκέφτηκε. Για αυτό θα φρόντιζε να τα ελευθερώσει.Με αυτές τις σκέψεις και όσο οι άλλοι ήταν απασχολημένοι με τον βασανισμό του νεαρού, εκείνος έκανε μερικά βήματα προς τον πείρο που συγκρατούσε την αλυσίδα της Εβελίνας. Με μια γρήγορη όσο και προσεκτική κίνηση τον τράβηξε αφήνοντας τον στο χείλος του σίδερου. Αυτό θα του έδινε τον χρόνο να γυρίσει στην ξανά θέση του απαρατήρητος και έτσι όπως χτυπιόταν η Εβελίνα σίγουρα θα τον πέταγε έξω και θα ελευθερωνόταν. Όπως και έγινε.Έκπληκτοι οι πάντες αντίκρισαν την Εβελίνα να προσγειώνετε στα πόδια της με την αλυσίδα να σωριάζετε βαριά στο πάτωμα.«Ααααααα…» ξεφύσησε εκείνη τρίβοντας τους καρπούς της που την πονούσαν τόση ώρα.Πήρε μια βαθιά ανάσα και με μάτια που άστραφταν κυριολεκτικά από μίσος και οργή απλώνοντας απότομα το δεξί της χέρι πέταξε μακριά όλους όσους ήταν κοντά στον Τζέικ.«Για ‘μένα όμως, σε αντίθεση με ‘σένα, αυτό είναι απόλυτα προσωπικό!» είπε με ήρεμη φωνή κοιτώντας αυστηρά τον αρχηγό, στρέφοντας τα ίδια του τα λόγια εναντίον του.Κάνοντας μια κίνηση σαν να έσχιζε τον αέρα και με τα δυο της χέρια, αμέσως όλα τα άκρα του ξεριζώθηκαν πετώντας παντού σάρκα και αίμα. Με τα δικά του ουρλιαχτά αυτή την φορά να αντηχούν, η Εβελίνα αρπάζοντας από το έδαφος ένα από τα χέρια του, βύθισε το κόκκαλο που προεξείχε βαθιά μέσα στο στόμα του. Αφήνοντάς τον να ξεψυχήσει μέσα σε αφόρητους πόνους.«Στο είπα… Μίλαγες πολύ!» του είπε ειρωνικά και κατευθύνθηκε προς τους υπόλοιπους.Ο Αρχιεπίσκοπος άρχισε να τρέχει με το που την είδε ελεύθερη σε δράση, αλλά η Εβελίνα απλά με μια κίνηση του χεριού της τον έσυρε και πάλι κοντά της.«Με εσένα θα τα πούμε στο τέλος. Εσένα θα σε γλεντήσω τελευταίο!» του είπε εγκλωβίζοντάς του τις παλάμες μέσα στους κρίκους από τις αλυσίδες. Φυσικά για να μπορέσουν να περάσουν έπρεπε να τις τραβήξει με δύναμη σπάζοντάς τες. Πράγμα που το έκανε με μεγάλη χαρά.Όσο εκείνη έκανε αυτά, ο στρατιώτης που την είχε βοηθήσει είχε κατεβάσει και τον Τζέικ πηγαίνοντάς τον λίγο πιο πέρα.Η Εβελίνα στραμμένη προς τους υπόλοιπους στρατιώτες που είχαν μείνει ακίνητοι παραλύοντας από τον φόβο τους, άρχισε να πλησιάζει απειλητικά προς το μέρος τους. Εκείνοι στρέφοντας τα όπλα τους προς το μέρος της, άρχισαν να πυροβολούν με μανία ελπίζοντας ότι θα την σταματήσουν. Μα ήταν μάταιο. Οι σφαίρες έπεφταν στο έδαφος πολύ πριν φτάσουν στον στόχο τους. Μέχρι που άδειασαν τα όπλα τους.«Είστε τυχεροί που δεν θέλω να εξαντλήσω αυτό το σώμα. Και που φυσικά το καλύτερο το φυλάω για το τέλος. Για αυτό σε εσάς επιφυλάσσω κάτι διαφορετικό.» τους είπε και αμέσως άρχισε να ξεστομίζει λόγια που κανείς δεν καταλάβαινε.«Προδότη! Εσύ φταις!» φώναζαν όλοι μαζί κοιτώντας με μίσος τον στρατιώτη που την είχε ελευθερώσει.Μπορεί να μην τον είχαν δει, αλλά τον είδαν να κατεβάζει τον Τζέικ και να κάθετε τώρα δίπλα του προσέχοντάς τον. Οπότε δεν ήταν δύσκολο να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Μα πριν προλάβουν να πουν οτιδήποτε άλλο, είδαν έντρομοι πάνω από τα κεφάλια τους να στριφογυρίζει ένας μικρός μωβ στρόβιλος όπου σιγά, σιγά άνοιγε αποκαλύπτοντας ένα πυκνό σκοτάδι από τα βάθη του. Σύντομα είδαν κάτι να κουνιέται σαν μια σκιά που εισέρχονταν προς το μέρος τους, ώσπου αντίκρισαν ένα πλάσμα να ξεπροβάλει μέσα από αυτή την πύλη. Το σώμα του έμοιαζε με ρινόκερου ενώ είχε πάρα πολλά σκυλίσια κεφάλια όπου αντί για στόμα είχαν δαγκάνες. Ανοίγοντάς τες διάπλατα άρχισε να τους κατασπαράζει έναν προς έναν με απίστευτη ταχύτητα. Μόλις έφαγε και τον τελευταίο, κοίταξε την Εβελίνα για λίγα λεπτά.«Όχι ακόμα πιστέ μου φίλε… Σύντομα όμως θα μπορείς να μείνεις μόνιμα… Στο υπόσχομαι.» του αποκρίθηκε και εκείνο υπακούοντας την, βυθίστηκε και πάλι στον εφιαλτικό κόσμο από πού είχε έλθει, κλείνοντας πίσω του και την πύλη.«Και τώρα οι δυο μας!!!» φώναξε γεμάτη ευχαρίστηση κοιτάζοντας τον Αρχιεπίσκοπο.Κάνοντας νόημα στον στρατιώτη να τον σηκώσει ψηλά, εκείνος υπάκουσε δίχως να χρειαστεί να πει δεύτερη κουβέντα. Κοιτώντας τον τώρα από την θέση που πριν λίγο βρισκόταν ο Αρχιεπίσκοπος, περπατούσε πίσω από αυτόν προσηλωμένη στην ρασοφορεμένη του πλάτη. Σχίζοντας το ράσο χάιδεψε με τα νύχια της την γέρικη πλάτη του, κάνοντας τον Αρχιεπίσκοπο σε κάθε άγγιγμά της να τρέμει σύγκορμος.«Συ είπας…» του ψιθύρισε στο αυτί, παίζοντας μαζί του λίγο με την γλώσσα της. Και αμέσως έμπηξε τα νύχια της βαθιά μέσα στην σάρκα του, αρπάζοντας με δύναμη την σπονδυλική του στήλη. Τραβώντας την έξω με φόρα, άρχισε να τον μαστιγώνει με αυτήν ρωτώντας τον οργισμένη ξανά και ξανά το ίδιο πράμα.«Συ είπας;… Συ είπας;… Συ είπας;… Συ είπας;…»Έχοντας βγάλει πια όλο το μένος που είχε μέσα της που τόλμησε ένας τέτοιος άνθρωπος να την ειρωνευτεί, άφησε πίσω έναν κομματιασμένο Αρχιεπίσκοπο ο οποίος είχε πεθάνει εδώ και αρκετά λεπτά και πήγε προς το μέρος του αδελφού της απόλυτα ήρεμη.«Είναι καλά;» ρώτησε τον στρατιώτη.«Ναι, απλά θα αργήσει να ξυπνήσει από το σοκ που υπέστη το σώμα του. Θέλουν άμεσα περιποίηση οι πληγές του…» της είπε εκείνος κοιτώντας την με δέος, αλλά και με φόβο.«Πες μου, δεν χάρηκες που τελικά πήρες την σωστή απόφαση;» τον ρώτησε εκείνη ξανά.«Δεν ξέρω αν ήταν η σωστή. Σίγουρα όμως ήταν η πιο δίκαιη.» της απάντησε εκείνος κοιτώντας τον χαμό γύρω του.«Ακριβός νέε μου φίλε! Δικαιοσύνη! Αυτό ζητώ και εγώ! Αιώνες τώρα! Άρα μπορείς να καταλάβεις πώς νιώθω.» του αποκρίθηκε σαν να είχε την ανάγκη να απολογηθεί σε κάποιον.«Πήγαινε μας σπίτι, είναι αδύνατον να οδηγήσω έτσι όπως είμαι. Θα του περιποιηθώ εγώ τις πληγές όπως πρέπει…»«Με εμένα τι θα κάνεις;» την ρώτησε ξανά ο στρατιώτης μη ξέροντας τι τον περιμένει αφού ήταν και αυτός μέρος όλου αυτού του εγχειρήματος.«Δεν θα μπορούσα να μην συγχωρήσω κάποιον που όχι μόνο μετανοεί, αλλά έμπρακτα προσπαθεί να διορθώσει και το λάθος που του αναλογεί. Ακόμα και αν η αφορμή προέρχεται από το μίσος και την ανάγκη για εκδίκηση… Ειδικά αυτό μπορώ να το καταλάβω όσο κανείς άλλος…» του είπε και μετά βίας κρατιόνταν από πάνω του για να μην καταρρεύσει.Σε λιγότερο από μισή ώρα, την ώρα που άρχιζε να χαράζει το πρώτο φως της ημέρας, έφταναν έξω από το σπίτι τους με το ίδιο φορτηγάκι που τους είχαν απαγάγει. Ο μισθοφόρος, αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να δει κάποιος τα δύο αδέλφια στην κατάσταση που ήταν ώστε να κινήσει την περιέργειά του, βοήθησε να βγουν με προσοχή από το φορτηγάκι ο ημιλιπόθυμος Τζέικ και η Εβελίνα και να μπουν μέσα στο σπίτι πηγαίνοντας κατευθείαν στο διαμέρισμα της Εβελίνας.Αφού βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν υπό έλεγχο, μπήκε ξανά μέσα στο φορτηγάκι και σχημάτισε έναν αριθμό στο κινητό του.«Ναι, λέγε…» ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής.«Καταστροφή…» απάντησε και αμέσως δίνοντας την διεύθυνση που βρισκόταν νεκρός ο Αρχιεπίσκοπος, έκλεισε το τηλέφωνο, έβαλε μπρος την μηχανή και το φορτηγάκι ξεχύθηκε μπροστά φεύγοντας μακριά.Λίγο αργότερα άνοιξε το παράθυρο και την ώρα που περνούσε πάνω από μια γέφυρα πέταξε το τηλέφωνο στο ποτάμι και συνέχισε να απομακρύνεται έχοντας μέσα του ανάμεικτα συναισθήματα, αφού ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν και η δική του σειρά για τιμωρία για όλα όσα είχε διαπράξει βοηθώντας τον Δαίμονα. Ποτέ του δεν θα ξεχνούσε αυτά που είχε ζήσει σήμερα. Είχε γίνει πλέον μάρτυρας σε μια κόλαση, που μόνο βοηθώντας τον ίδιο τον Διάβολο θα μπορούσε κάποιος να βγει ζωντανός από εκεί μέσα.Ο Μπέντζαμιν έχοντας δει από τις κάμερες όλο το σκηνικό, με το που έφυγε ο ξένος βγήκε από την αποθήκη και πήγε στο σαλόνι που βρίσκονταν ο Τζέικ με την Εβελίνα.«Μα τι συνέβη; Τι πάθατε;» ρώτησε τρομαγμένος.«Θα σου πω κάποια άλλη στιγμή. Τώρα προέχει ο αδελφός μου που υποφέρει. Πρέπει να γίνει καλά άμεσα!» απάντησε βιαστικά.«Συγχώρησέ με Τζέικ μου, εγώ φταίω!» του έλεγε ξανά και ξανά χαϊδεύοντας του τρυφερά το κεφάλι.«Εγώ φταίω και εγώ θα επανορθώσω...» κατέληξε να του λέει με δάκρυα στα μάτια, δίνοντάς του ένα απαλό φιλί στο στόμα. Μια εικόνα που έκανε τον Μπέντζαμιν να σφίξει τα δόντια από ζήλεια.Ήταν τόσο περίπλοκα τα πάντα μέσα της. Ήταν τόσο μπερδεμένη γιατί υπήρχαν κάποια συναισθήματα που δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί. Μερικά ήταν τόσο γνώριμα και κάποια άλλα απίστευτα πρωτόγνωρα. Όπως τώρα, με την οργή που ένιωσε εναντίον τόσων ανθρώπων, που για εκείνη δεν ήταν τόσο παράξενο αφού πείραξαν μέλος της οικογένειάς της και μάλιστα το πιο αγαπημένο. Όμως τι την έκανε εξ αρχής να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι; Αφού έβλεπε που θα οδηγούσε όλο αυτό! Της το έλεγε ο αδελφός της ξανά και ξανά! Μέχρι και την τελευταία στιγμή εκείνος την κοίταξε θέλοντας να την μεταπείσει. Και εκείνη τι έκανε; Του είπε απλά ένα «Έχε μου εμπιστοσύνη» και να που τώρα κινδυνεύει η ίδια του η ζωή. Και όλα αυτά έγιναν γιατί εκείνος υπάκουσε σε όσα του είπε η αδελφή του, ενώ κανονικά έπρεπε να είχε ακούσει αυτή τον αδελφό της. Ένιωθε ότι είχε δύο εαυτούς που της έλεγχαν την ζωή και εκείνη απλά παρακολουθούσε σαν μαριονέτα τα όσα διαδραματίζονταν ανήμπορη να επέμβει σε ο,τιδήποτε.Το συναίσθημα αυτό της Εβελίνας, όμως, ήταν και για τον Κάιν ένα πρώτο μάθημα για κάτι που αγνοούσε. Ήταν η πρώτη φορά από τότε που την κυρίευσε, αλλά και γενικότερα η Εβελίνα ήταν η πρώτη από όλους όσους είχε κυριεύσει ως τώρα, που έπαιρναν για λίγο τον έλεγχο του εαυτού τους νιώθοντας πόνο για τις πράξεις τους. Και μάλιστα τόσο δυνατό, που την έκανε να αντιληφθεί την ύπαρξή του. Μπορεί όχι τόσο ξεκάθαρα, αλλά αρκετά για να καταλάβει ότι δεν είχε μονάχα μια ψυχή μέσα της. Και όλα αυτά εξ αιτίας της αγάπης. Αυτή ήταν ο λόγος και η αιτία που βρίσκονταν σε αυτή την θέση. Η αγάπη που εκείνος δεν γνώρισε ποτέ. Η αγάπη που χρησιμοποίησε ως μέσο για να ελέγχει τις αμαρτωλές ψυχές τους, τώρα στρέφονταν εναντίον του. Η αγάπη! Και πιο συγκεκριμένα η αγάπη που είχε ο ένας για τον άλλον. Κι αν η αγάπη τους αυτή είχε τόση δύναμη, τότε μόνο ένα πράγμα σήμαινε. Ότι αυτή η αγάπη είχε γίνει αποδεκτή από τον Θεό.«Πες μου Μπέντζαμιν ειλικρινά… Πιστεύεις ότι ο Θεός θα μπορούσε να αποδεχτεί τον έρωτα και την αγάπη ανάμεσα σε δύο αδέλφια;» τον ρώτησε, αιφνιδιάζοντας τον η Εβελίνα.«Τι ακριβώς είναι αυτό που με ρωτάς; Από πότε εσύ ενδιαφέρεσαι για τον Θεό και πόσο μάλλον για την αγάπη αυτών των δυο; Άλλα μου υποσχέθηκες!» απάντησε ξέροντας ότι απευθύνονταν στον Κάιν, αλλά πάντα είχε την απορία αν η Εβελίνα θυμόταν ό,τι γινόταν όταν ενεργούσε σαν Κάιν. Γιατί αν είχε επίγνωση του τι συνέβαινε, τότε πώς θα τον αποδέχονταν ως σύντροφό της στο τέλος όλων αυτών; Και αν έπρεπε να είναι ο Κάιν μέσα της για να την ελέγχει, τότε τι θα έκανε; Θα είχε ως σύντροφό του μια δαιμονισμένη; Όλα αυτά σκεφτόταν τόσες ώρες που καθόταν μόνος του κλεισμένος στην μικρή αποθήκη, με αποτέλεσμα να αρχίσει να αναρωτιέται αν τελικά έκανε καλά που δέχτηκε να κάνει αυτή την συμφωνία. Πού να τολμήσει όμως να εκφράσει αυτές τις απορίες ενώπιον του.«Η ερώτηση δεν έχει καμία σχέση με την υπόσχεση μου. Σε ρωτάω για λόγους που ίσως με βοηθήσουν να κατανοήσω κάποια πράγματα που δεν σε αφορούν. Για αυτό κοίτα να μου απαντήσεις απομονώνοντας κάθε προσωπικό σου συμφέρον.» του απάντησε ο Κάιν θέλοντας να τον καθησυχάσει.«Αν κατάλαβα σωστά το πνεύμα της ερώτησής σου, η απάντηση μου είναι ότι άσχετα με το τι μας διδάσκουν τα βιβλία, τα οποία είναι γραμμένα από ανθρώπους, ο Θεός δεν θα μπορούσε να απορρίψει την αγάπη και τον έρωτα δύο ανθρώπων που αγαπιούνται πραγματικά, που είναι ερωτευμένοι, ακόμα και αν αυτός ο έρωτας έχει προκύψει ανάμεσα σε δύο αδέλφια. Ποιος μπορεί να ελέγξει την καρδιά; Ποιος μπορεί να της πει τι επιτρέπετε να αγαπήσει και να ερωτευτεί και τι όχι; Πρόσεξε όμως! Αρκεί να μιλάμε για μια αληθινή αγάπη και όχι απλά για μια σκέτη σαρκική έλξη και απόλαυση! Και σε ρωτάω τώρα, ποιος μας έδωσε αυτό τα δώρο του έρωτα; Ο ίδιος ο θεός! Άρα; Πώς μπορεί ο Θεός να τα βάλει, ή έστω να αμφισβητήσει τον ίδιο Του τον εαυτό;» ξεκίνησε να λέει ο Μπέντζαμιν πηγαίνοντας να κάτσει δίπλα από την Εβελίνα ξέροντας ότι είχε την αμέριστη προσοχή της.«Είμαι αρχαιολόγος όπως ξέρεις. Έχω ανακαλύψει πράγματα που, τα μισά να μάθαινε ο κόσμος, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας θα άλλαζε ριζικά. Τόσο τα ιστορικά όσο και τα θρησκευτικά βιβλία, θα έπρεπε να γραφτούν από την αρχή! Αυτό ξέρεις τι σημαίνει; Ότι θα κατέρρεε μονομιάς η έννοια και η σημασία όχι μόνο του κράτους, αλλά και των θρησκειών. Η ειρωνεία εδώ είναι ότι η διδασκαλία όλων των θρησκειών θα μπορούσε να συμβάλλει στο να μην γίνεται τελικά «προσηλυτισμός» των πολιτών από την επίσημη θρησκεία του κάθε κράτους, αν πραγματικά νοιάζονταν για αυτούς. Θα μπορούσε να βγάλει από το περιθώριο τους αλλόθρησκους ή τους άθεους και να βοηθήσει τα παιδιά από μικρή ηλικία να αποκτήσουν σφαιρική γνώση γύρω από τις θρησκείες και έτσι να τα βοηθήσει στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης. Αλλά αυτό είναι που πραγματικά φοβάται η Εκκλησία! Ανθρώπους που σκέφτονται ελεύθερα, συγκρίνουν, αποκτούν γνώσεις και έχουν το περιθώριο της επιλογής! Ανθρώπους που λειτουργούν χωρίς τον φόβο της τιμωρίας από ανώτερες δυνάμεις, πατάνε στα δικά τους πόδια χωρίς να χρειάζονται την βοήθεια κάποιας θεότητας, διεκδικούν καλύτερη ζωή εδώ και τώρα και όχι μετά θάνατον σε κάποιον παράδεισο. Γι’ αυτό προτιμούν να κρατάνε τους ανθρώπους δέσμιους μέσα από τον φόβο και τους κανόνες που αυτοί δημιουργούν και εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα και όχι του Θεού. Εσύ ξέρεις καλύτερα από εμένα τι δίδαξε ο Θεός και τι όχι. Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι πραγματικά είπε. Γι’ αυτό κάποιοι προτιμούν να κρατάνε μονάχα μια διδαχή Του. Αυτή που μιλάει για την αγάπη. Άρα λοιπόν για να καταλήξω ξανά σε αυτό που σου είπα και στην αρχή, ναι θα μπορούσε αυτή η αγάπη να είναι ευλογημένη από τον Θεό…» είπε καταθέτοντας την σκέψη του ανθρώπινα και έτσι ακριβώς όπως την ένιωθε εκείνος.Ο Κάιν άρχισε να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί τον τρόπο που σκέφτονταν και λειτουργούσαν οι άνθρωποι με αγνά αισθήματα. Αρκούσε μονάχα κάποιος να τους χαλιναγωγεί θέτοντας τους όρια και φορτώνοντάς τους με ενοχές. Τόσους αιώνες μέχρι τώρα είχε συναναστραφεί με ανθρώπους χωρίς αισθήματα που αρκούνταν μονάχα στην ικανοποίηση της ματαιοδοξίας τους. Αλλά κυρίως κατάλαβε ότι μάλλον ο Θεός είχε ευλογήσει τα δύο αδέλφια εφ’ όσον ο έρωτάς τους ήταν αληθινός και πήγαζε βαθιά μέσα από την ψυχή τους. Εξ άλλου το ένιωθε και εκείνος πολύ καλά, αφού ήταν κομμάτι όχι μόνο της Εβελίνας, αλλά και του Τζέικ. Αυτό που δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν πώς κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί αυτή την αγάπη τους αν δεν ήταν αμαρτία. Αν δεν ήταν κατακριτέα από τον Θεό τότε γιατί επέτρεψε να καταλειφθούν από αυτόν τα σώματα τους; Γιατί, ακόμα και εκ των υστέρων αν τους είχε ευλογήσει, δεν θα είχε τόση ισχύ επάνω τους όπως έχει ακόμα και τώρα. Μα η απάντηση θα αργούσε πολύ για να έρθει.«Δεν θα μου τους πάρεις!» φώναξε απευθυνόμενος στον Θεό ο Κάιν μέσα από το στόμα της Εβελίνας, νιώθοντας την αγάπη τους σαν δηλητήριο να κυλάει μέσα του.«Ήρθε η ώρα να φτιάξουμε τον Τζέικ έτσι ώστε η Εβελίνα να ηρεμήσει βρίσκοντας και πάλι τον εαυτό της…» αναφώνησε κοιτάζοντας τον Μπέντζαμιν που τόση ώρα την παρατηρούσε αμίλητος.«Εδώ θα χρειαστώ την δική σου βοήθεια!» του είπε, αλλά ο τρόπος που το έκανε, ανησύχησε πολύ τον Μπέντζαμιν.Ήταν αυτή η χροιά της φωνής που σε έκανε να νιώθεις ότι άσχετα το τι έλεγε, εννοούσε κάτι διαφορετικό. Και πράγματι, βάζοντας το χέρι της στο μέτωπο του Μπέντζαμιν, εκείνος άρχισε να τρέμει και αμέσως του γύρισαν τα μάτια ανάποδα. Έχοντας έντονους σπασμούς ο άντρας έχασε τις αισθήσεις του και έπεσε πάνω στον καναπέ δίπλα ακριβώς από τον Τζέικ.Σηκώνοντας την μπλούζα του Μπέντζαμιν έβαλε την παλάμη του δεξιού της χεριού επάνω στο στήθος του, ενώ συγχρόνως με το αριστερό άγγιζε το στήθος του Τζέικ. Κλείνοντας για λίγο τα μάτια της άρχισε να λέει κάποια λόγια που είχαν ως αποτέλεσμα να βγαίνει από το σημείο που τους άγγιζε ένα σκουρόχρωμο φως. Οι ακτίνες του άρχισαν σιγά, σιγά να μακραίνουν όλο και πιο πολύ μέχρι που έγιναν τεράστια πλοκάμια που αγκάλιασαν και τα τρία σώματα. Ταυτόχρονα ο Μπέντζαμιν άρχισε να χάνει βάρος αργά αλλά σταθερά. Με το δέρμα του και τις σάρκες του να βυθίζονται όλο και πιο πολύ μέσα του, στο τέλος δεν έμεινε τίποτε άλλο εκτός από λίγη σκόρπια σκόνη από τα θρυμματισμένα κόκκαλα. Την ίδια στιγμή κάθε πληγή του Τζέικ και της Εβελίνας επουλώθηκε, ανακτώντας και πάλι η επιδερμίδα τους την κανονική της όψη.Αμέσως ο Κάιν σηκώθηκε γρήγορα και κοίταξε τον καθρέφτη που είχε δίπλα του, πριν προλάβει να συνέλθει τελείως ο Τζέικ. Ήταν ο ίδιος που είχε διαχωρίσει και τον Μπέντζαμιν από τον εαυτό του πριν από δύο-τρεις μέρες.«Όλα ήταν ένα όνειρο. Θα ξυπνήσεις δίπλα στον αδελφό σου πιστεύοντας ότι ήσασταν τόσο κουρασμένοι που σας πήρε ο ύπνος στον καναπέ.» είπε κοιτάζοντας το είδωλο της Εβελίνας στον καθρέφτη, περνώντας στο μυαλό της σκέψεις που δεν υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα.Ύστερα ανοίγοντας την τηλεόραση ξάπλωσε δίπλα στον αδελφό της που άνοιξε τα μάτια του.«Κοιμήσου λατρεμένε μου, είσαι πολύ κουρασμένος…» του είπε και αμέσως εκείνος έκλεισε τα μάτια του ξανά, αφήνοντας να τον παρασύρει ένας γλυκός ύπνος.«Αν μπορούσα να ανακτήσω κάπως έτσι και το πραγματικό μου σώμα δεν θα είχα την ανάγκη κανενός ξένου σώματος και δεν θα καθόμουν τώρα να νταντεύω αυτούς τους δύο…» συλλογίστηκε σκεπτόμενος όλα αυτά που είχαν γίνει.«Εξαιτίας σου βρέθηκα εδώ χωρισμένος στα δύο! Αν δεν είχες χωρίσει το μενταγιόν δεν θα χρειαζόταν όλη αυτή η διαδικασία για να γιατρέψω και το άλλο μου μισό και θα ζούσες…» είπε απευθυνόμενος στην σκόρπια σκόνη από τα κόκκαλα του Μπέντζαμιν.«Γι’ αυτό πήρες ό,τι σου άξιζε… Κατάντησες μια χούφτα σκόνη» κατέληξε και αμέσως αποκοιμήθηκε.

"Το σπίτι του Κάιν"Σύντομα κοντά σας από τις εκδόσεις Λιβάνη

Απάντηση σε αυτό το θέμα

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και άλλες τεχνολογίες παρακολούθησης για τη διαφοροποίηση μεταξύ ατομικών υπολογιστών, των εξατομικευμένων ρυθμίσεων υπηρεσιών, των αναλυτικών και στατιστικών σκοπών,της προσαρμογής του περιεχομένου και της προβολής διαφημίσεων. Αυτός ο ιστότοπος μπορεί επίσης να περιέχει cookies από τρίτους . Αν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τον ιστότοπο, υποθέτουμε ότι ταιριάζει με τις τρέχουσες ρυθμίσεις, αλλά μπορείτε να τις αλλάξετε ανά πάσα στιγμή. Περισσότερες πληροφορίες εδώ: Προστασία προσωπικών δεδομένων και πολιτική cookie